Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

η σπέκουλα και το σημείο του ανυποχώρητου

             

                 
"Ό,τι είναι , ήσαν. Και ό,τι ήσαν είναι - ένας νωθρός, ξέγνοιαστος και μιμητικός λαός, αλλά χωρίς ούτε σπίθα από την Τουρκική φλόγα, ούτε ίχνος από την Ελληνική καλαισθησία. Χωρίς ούτε την σωματική ομορφιά, ούτε το αίσθημα του κάλλους στο πνεύμα - χωρίς προσωπική ανησυχία ή περηφάνεια καταγωγής - χωρίς μεγάλες φιλοδοξίες ή καν πρακτική δεξιοτεχνία, ζούνε σε μια διάφανη κατάσταση, σαν πλάσματα των κατώτερων τύπων που αγκιστρώνουνται στη ζωή για χάρη της ίδιας της ζωής. Λάτρεις του ήλιου και της θάλασσας, επιζώντες από απλή ζωώδη επιμονή ανάμεσα από θύελλες και καταιγίδες που έχουν ρημάξει τις ευγενέστερες φυλές της ανθρωπότητας."
                                                                 ( Η Βρεταννική Κύπρος, υπό W. Hepworth Dixon, 1887 )

(εντ γόoυτς δε πρόμπλεμ γουίθ δατ ντίαρ w.Hepworth, Dixon?)

τούτο το ποίημα στο χέρι μου είναι πολλά.
τ΄όνομα του: το χέρι μου.

αυτό που τώρα δε μας γνωρίζει
οληνύχτα οργίαζε μέσα μας.

Θα προσπαθήσω να το πω
χωρίς ημί χωρίς υπό:
"εμ πααίννεις ως στην κόλαση για ν΄άψης τσιγαρέτον.."*

(έχοντας μάλιστα το πλεονέκτημα του "σκασμός από κούνια" που του χάρισε η Ιστορία του,στην κόλαση πηγαίνει κανείς για να προλάβει σπεκουλαδόρους, εμπόρους καλοθελητές, σφετεριστές και νταβατζήδες λίγο πριν του αφαιρέσουν λίγη-ακόμη-μνήμη, λίγη-ακόμη-ταυτότητα, λίγη-ακόμη-αξιοπρέπεια.. στην κόλαση πέφτει κανείς για να συναντήσει όλους αυτούς, να τους κοιτάξει στα μάτια και να τους σιχτιρίσει στη γλώσσα που αυτοί καταλαβαίνουν!))  

//κύπρος ωραίο μου πλυντήριο,
πόση πτώση άραγε μας μένει ως την κορφή;;//

(* δεν πας στην Κόλαση για ν΄ανάψεις τσιγάρο, ελληνοκυπριακή παροιμία)
κάποτε είπες αγαπώ-το-νησί-σου κι εγώ το πίστεψα. Κάπου εκεί τελειώνουν και τα ψέμματα μεταξύ μας.) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου