Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

[Π]αιδί κρυμμένο.


- Μές στο διαμέρισμα ξέρει ήδη όλες τις κρυψώνες κι επιστρέφει εκεί σαν σ΄ένα σπίτι όπου είσαι βέβαιος πως θα ξαναβρείς τα πάντα όπως ήταν. Η καρδιά του χτυπά, κρατά την αναπνοή του. Βρίσκεται εδώ κλεισμένο μες στον κόσμο της ύλης. Αυτός του γίνεται απίστευτα σαφής, το πλησιάζει βουβά. Έτσι, που μόνον ένας που τον κρεμάνε καταλαβαίνει τι είναι ξύλο και σχοινί. Το παιδί που στέκει πίσω απ΄την κουρτίνα γίνεται το ίδιο κάτι που ανεμίζει και ξασπρίζει, γίνεται φάντασμα. Το τραπέζι του φαγητού που κάτω του έχει κουρνιάσει, το κάνει ξύλινο είδωλο σε ναό, που οι τέσσερις κίονές του είναι τα σκαλιστά του πόδια. Και πίσω από μια πόρτα είναι πόρτα το ίδιο, τη φόρεσε μάσκα βαριά, και μάγος ιερέας θα μαγέψει όσους ανύποπτοι θα μπούνε. Δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να το βρουν. Όταν κάνει γκριμάτσες, του λεν πως φτάνει να χτυπήσει το ρολόι και θα μείνει έτσι όπως είναι. Πόσο αυτό είναι αλήθεια, το ξέρει μες στην κρυψώνα. Όποιος το βρει μπορεί να το ξυλιάσει σαν ξόανο κάτω απ΄το τραπέζι, να το υφάνει δια παντός σαν φάντασμα μες στην κουρτίνα, να το αφορίσει δια βίου μες στην βαριά την πόρτα. Γι΄αυτό βγάζει από μέσα του με ηχηρή κραυγή τον δαίμονα, που έτσι το μεταμόρφωσε να μην το βρίσκουν, την ώρα που το πιάνει εκείνος που το ψάχνει - μάλιστα δεν την περιμένει τη στιγμή αυτή, με μια κραυγή απελευθέρωσης την προλαβαίνει. Γι΄αυτό τη μάχη με τον δαίμονα δεν τη βαριέται. Το σπίτι έχει γίνει το οπλοστάσιο των προσωπείων. Μια φορά το χρόνο σε μέρη μυστηριώδη, στις άδειες κόγχες των ματιών τους, στο ξυλιασμένο στόμα τους, υπάρχουν δώρα. Το παιδί ξεμαγεύει σαν μηχανικός την οικογενειάκη εστία, ανοίγει την πόρτα και βγαίνει για να ψάξει για δώρα που, έτσι κι αλλιώς, ποτέ δικά του δεν ήταν. Το παιδί είναι πια ο θετός πατέρας του αληθινού εαυτού.  Μες στο διαμέρισμα ξέρει ήδη όλες τις κρυψώνες κι επιστρέφει εκεί σαν σ΄ένα σπίτι όπου είσαι βέβαιος πως θα ξαναβρείς τα πάντα όπως ήταν. Έτοιμο να συγχωρέσει τους πάντες.

(ρε_μίξ: Walter Benjamin, Νίκος Χαλβατζής, raoulpenman)



(aπόψε λίγο μετά τις έντεκα ο raoulpenman αποφασίζει να βάλει δύο ρόδες ανάμεσα στα πόδια του
και να διανύσει μνήμες - χιλιόμετρα. Αφήνει πίσω ό,τι κέρδισε το περπάτημα να το τρώει πλέον η ταχύτητα που είναι η τέχνη των ληστών όπως η μουσική είναι των ζητιάνων για να συναντήσει τον άνθρωπο με το μικρότερο σπίτι στον κόσμο. Η συνέχεια eδώ: http://www.metadeftero.gr/ )))


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου